Τα τραγούδια σήμερα

Η Αργιθέα είναι απ’ τις λίγες γωνιές της πατρίδας μας που είναι τόσο πλούσια σε παράδοση και μάλιστα παράδοση ολοζώντανη και σήμερα σε πολλές μορφές της, όπως τα τραγούδια του γάμου κ.α. Αυτή η λαϊκή δημιουργία δίνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα των Αργιθεατών που τον κουβαλούν όπου κι αν βρίσκονται συνδέοντας αρμονικά το παρόν και το μέλλον.

 

Η διατήρηση της παράδοσης δεν είναι ούτε αναχρονισμός ούτε οπισθοδρόμηση. Αποτελεί μια εκδήλωση αγάπης και σεβασμού των Αργιθεατών προς την ιδιαίτερη πατρίδα τους που με την απαράμιλλη φυσική ομορφιά και τις άπειρες ιστορικές μνήμες στάθηκε η εμπνεύστρια του ανώνυμου λαϊκού δημιουργού που πάνω στα λυρικά ξεσπάσματά του τραγούδησε με ζηλευτή χάρη τους καημούς, τις δόξες και τις ελπίδες του.

Προ των πάντων στα Αργιθεάτικα τραγούδια φανερώνεται όλος ο πλούτος της ψυχής του Αργιθεάτη που παρ’ όλη τη φτώχεια και τα βάσανά του δεν λύγισε ποτέ, ούτε στα πικρά χρόνια της σκλαβιάς από τον Τούρκο δυνάστη αλλά βρήκε το κουράγιο να εκφράσει τα πλούσια συναισθήματά του. Έτσι γεννήθηκαν τα αθάνατα «κλειστά» τραγούδια που είναι το αποκορύφωμα της λαϊκής δημιουργίας του τόπου αλλά και τα καθιστικά τραγούδια με τα οποία ξεκινούσε το γλέντι ή τα τραγουδούσαν στις αγροτικές εργασίες. Σε αυτά, τόσο η ποίηση όσο και ο ρυθμός αναβλύζουν φυσικά κι αυθόρμητα, όπως αναβλύζει το νερό της πηγής.

Η γνήσια ποίηση του ανώνυμου ποιητή – λαού γίνεται όργανο ευαίσθητο για να τραγουδήσει τις χαρές της αγάπης, τους καημούς της ξενιτειάς, τις πίκρες αλά και η αισιοδοξία και η πίστη στην ζωή. Επίσης υπάρχει η νοσταλγία και η αγάπη για το τόπο, για τα χωριά που είναι σκαρφαλωμένα στις δύσβατες βουνοπλαγιές των Θεσσαλικών Αγράφων. Το μέγεθος της νοσταλγίας που κρύβουν αυτά τα τραγούδια – για όσους προπάντων ζουν μακριά από τον τόπο τους – το διακρίνεις, όταν βλέπεις Αργιθεάτες να τραγουδούν και να χορεύουν τα κλειστά στην Αθήνα ή σε άλλα αστικά κέντρα. Βλέπεις στα μάτια τους ανάγλυφα το πάθος που νιώθουν για τον τόπο τους και την παράδοσή τους όταν το βιολί αρχίζει να «κελαηδάει» στο σκοπό του κλειστού, τότε που ανάβουν τα μεράκια, η συγκίνηση φουντώνει και οι φωνές βγαίνουν πιο γλυκιές για να τραγουδήσουν:

«Σαν πας πουλί μ’ στην ξενιτειά, σαν πας πουλί στα ξένα,

να μην αργήσεις ξαμένα, μην κάνεις κανά χρόνο.

Σύρε γκιζέρα τον ντουνιά, και τον απάνου κόσμο,

Κι αν εύρειςάλλη τέτοια νιά, μένα παράτησέ με ρίξε και σκότωσέ με.

Που είσαι άστρο μ’ και δεν φαίνεσαι, φεγγάρι που δεν λάμπεις,

Κι εσύ καθάριε αυγερινέ που πας να βασιλέψεις»

Η’

«Σαν άλλο δε με μάρανα, δω στον απάνου κόσμο,

της νύχτας το περπάτημα και της αυγής ο ύπνος

σαν τ’ άλογο τ’ αγλήγορο, σαν το γοργό ζευγάρι*

σαν τη γυναίκα την καλή που να τιμάει τον άντρα,

όταν τον γλέπει να ‘ρχεται, όξω να περιμένει,

κι όταν του βάζει το ψωμί δάκρυα να γιομήζει»

*το ζευγάρι των ζώων που οργώνει