Μοναστήρια Αργιθέας

Η Ιερά Μονή Σπηλιάς βρίσκεται σε υψόμετρο 850 μέτρων περίπου κοντά στο χωριό Κουμπουριανά. Το όνομά το οφείλει στη μεγάλη σπηλιά πού βρίσκεται κάτω από το θεόρατο βράχο, που πάνω του είναι κτισμένο το μοναστήρι. Κάθε χρόνο ιδιαίτερα παραμονές Δεκαπενταύγουστου που η Μονή πανηγυρίζει, πλήθη πιστών από όλα τα μέρη της Ελλάδος συρρέουν στον ιερό τόπο για να εκπληρώσουν το τάμα τους και να προσευχηθούν.

 

Για την ίδρυση της μονής οι παλαιότερες πληροφορίες που διαθέτουμε προέρχονται από ένα πατριαρχικό σιγίλλιο του 1677, που εξέδωσε ο Οικουμενικός πατριάρχης Διονύσιος Δ’ (1667 – 1679). Σύμφωνα με αυτό, το μονύδριο Κοιμήσεως Θεοτόκου στα Κουμουριανά επανιδρύθηκε (αναστηλώθηκε εκ βάθρων) από τον ιερομόναχο Ανανία, ο οποίος ζήτησε και πέτυχε να κηρυχθεί σταυροπηγιακό, πράγμα που παραπέμπει στην ύπαρξη της μονής πριν από την χρονολογία έκδοσης του σιγιλλίου. Διαφορετική εκδοχή διέσωσε η παράδοση, σύμφωνα με την οποία η μονή ιδρύθηκε από δύο αδελφούς ιερομονάχους, τον Αθανάσιο και τον Παρθένιο, οι οποίοι προέρχονταν από τη μονή Αγίου Χαραλάμπους στη γειτονική Στεφανιάδα. Σύμφωνα με την παράδοση οι κτήτορες της Μονής στα 1064, πήραν απόφαση να πάνε προσκυνητές στους Αγ. Τόπους.

Ξεκίνησαν λοιπόν, για το μακρινό τους ταξίδι και όταν έφθασαν στη μεγάλη σπηλιά που πάνω από αυτήν είναι σήμερα το Μοναστήρι αποφάσισαν να μείνουν εκεί το βράδυ. Σαν κοιμήθηκαν είδαν σε όνειρο την Παναγία που τους υπέδειξε να σταματήσουν το ταξίδι τους, να ανεβούν τον γκρεμό, και στο σημείο όπου θα βρουν την εικόνα της να κτίσουν τη Mονή της. Όταν ξύπνησαν αποφάσισαν να κάνουν αυτά που είδαν.

Με πολύ κόπο σκαρφάλωσαν στον γκρεμό, όπου πράγματι βλέπουν την Αγία εικόνα πάνω σ’ ένα. πουρνάρι κι’ ένα καντηλάκι να καίει μπροστά της. Γεμάτοι χαρά για την επαλήθευση του ονείρου αποφάσισαν να κτίσουν το μοναστήρι. Ωστόσο οι δυσκολίες ήταν πολλές λόγω του απόκρημνου εδάφους και της έλλειψης νερού. Επιχείρησαν να μεταφέρουν την εικόνα σε άλλο μέρος, αλλά αυτή επέστεφε στο ίδιο σημείο.

Έτσι αποφάσισαν να χτίσουν εκεί μοναστήρι παρά τις αντιξοότητες. Η έλλειψη νερού αντιμετωπίστηκε με νέο θαύμα της Παναγίας. Μ’ αυτόν τον τρόπο χτίστηκε η πρώτη μικρή εκκλησία το 1064. Στην αρχική ίδρυση της μονής από τους Αθανάσιο και Παρθένιο αναφέρεται επίσης χαμένο σήμερα χειρόγραφο της μονής, αντίγραφο άλλου παλαιοτέρου, που κατά τον αρχιμανδρίτη Λουκά Δεπουντή ανέφερε τη χρονολογία ΞΝΟΒ (1604). Επειδή όμως δεν υπάρχει αντιστοιχία των δύο αναγραφόμενων χρονολογιών, η από κτίσεως κόσμου μπορεί να αναγνωσθεί ως ΖΡΙΒ (1604) ή ΖΡΟΒ (1664), έτη που συνδυάζονται τόσο με το πατριαρχικό σιγίλλιο όσο και με την χρονολόγηση του αρχικού καθολικού.

Οπωσδήποτε, η χρονολογία 1064 μ.Χ. αναφέρεται σε παλαιότερο χειρόγραφο και στην προφορική παράδοση της περιοχής, για την ίδρυση της Μονής από τους μοναχούς Αθανάσιο και Παρθένιο χωρίς ωστόσο μέχρι σήμερα να έχει επαληθευθεί από τα επιστημονικά δεδομένα. Το 1736 χτίστηκε και η μεγαλύτερη εκκλησία δίπλα στην παλιά. Στο εσωτερικό της εκκλησίας θαυμάζει ο επισκέπτης τις πολλές αγιογραφίες, έκδηλες του μεγαλείου της Βυζαντινής τέχνης. Σε ξεχωριστή θέση είναι τοποθετημένη η Αγία εικόνα ,σχεδόν σκεπασμένη από τα υπέροχα κεντήματα, μεταξωτά, τα χρυσαφικά, ασημικά και άλλα αφιερώματα των ευλαβών προσκυνητών της.

Το υπέροχο τέμπλο της ,αριστούργημα της εκκλησιαστικής τέχνης, είναι σκαλιστό πάνω σε επιχρυσωμένο ξύλο. Τα κτίρια του Μοναστηριού σχηματίζουν περίπου ορθογώνιο παραλληλόγραμμο. Τη μια πλευρά καλύπτει η εκκλησία ,και τις άλλες τα δωμάτια στα οποία μπορούν να διαμείνουν οι επισκέπτες. Η μεγάλη φήμη του Μοναστηριού οφείλεται στα πολλά θαύματα της Μεγαλόχαρης. Μάλιστα αρκετοί θεραπευθέντες έχουν κάνει σημαντικές δωρεές. Τέλος, δεν θα πρέπει να παραλείψει κανείς στη σύντομη αυτή περιγραφή, τον ιστορικό ρόλο του Μοναστηριού, καθώς το 1854 εγκαταστάθηκε εκεί η επαναστατική επιτροπή στο ξεσήκωμα των Αγράφων αποτελώντας αφετηρία στιγμών δόξης και ηρωισμού. site: http://www.monispilias.gr/ . Σε ένα γραφικό και ειδυλλιακό τοπίο που συνορεύει με την κοινότητα Κουμπουριανών και Στεφανιάδος και βρίσκεται κάτω από το Αετοχώρι (μαρκελέσι), σε απόσταση 2 ωρών από το Μοναστήρι της «Σπηλιάς» βρίσκεται το ιστορικό μοναστήρι Κωστή. Κατά την παράδοση στο συγκεκριμένο μέρος έβοσκαν τα πρόβατά τους δυο αδέρφια ο Κωστής και ο Δημήτρης. Όσα βράδια οδηγούσαν το κοπάδι τους στο σημείο απέναντι από το Κουμπουριανίτικο μέρος ο Κώστας, σε αντίθεση με τον αδερφό του, διέκρινε κάποιο φως εκεί όπου σήμερα βρίσκεται το Μοναστήρι. Αφού επαναλήφθηκε κάποιες φορές το περιστατικό, ο Κώστας ορμώμενος από την περιέργειά του, πλησίασε το σημείο απ’ όπου προερχόταν το φώς.

Εκεί είδε μια εικόνα της «Γεννήσεως της Θεοτόκου» πάνω σε ένα δέντρο και μπροστά της ένα καντηλάκι να καίει. Εκστασιασμένος και συγκινημένος αποφασίζει και πουλάει το μερίδιο του από τα πρόβατα στον αδερφό του και χτίζει το Μοναστήρι αυτό, απ’ όπου και η ονομασία του. Στη βόρεια πλευρά υπήρχε η ιδρυτική επιγραφή που σήμερα δεν μπορεί να διαβαστεί. Είναι σκαλισμένη σε μαλακή πέτρα και τελειώνει έτσι: “εν έτει …”, ακολουθούν τρια (3) ψηφία, που δηλώνει ότι κτίστηκε πριν το 1.000 μ.χ.

Η κολυμπήθρα της Μονής έχει χρονολογία 1007. Το 1971 ένας δάσκαλος από το Βόλο, πέρασε από το μοναστήρι και διάβασε την επιγραφή κτίσης. Είπε χαρακτηριστικά στους κατοίκους της Στεφανιάδας ότι το μοναστήρι έχει ηλικία 1143 χρόνια. Δηλαδή 1971 – 1143 = 828 μ.Χ. Η εκκλησία είναι Βυζαντινή με επιβλητικό τρούλο Η αγιογράφησή του χρονολογείται στα 1759.

Δυστυχώς, όμως, η άγνοια και η απουσία της απαιτούμενης προσοχής και ευαισθησίας κατά την πρόσφατη ανακατασκευή και ανακαίνιση του ναού, προκάλεσαν ανεπανόρθωτη φθορά σε ορισμένες αγιογραφίες! Στο Μοναστήρι αυτό βρήκαν καταφύγιο οι διασωθέντες Σουλιώτες, αφού πέρασαν το ποτάμι του Αχελώου κυνηγημένοι από το Μοναστήρι του Σέλτσου.

Επιπλέον πλήγμα για το Μοναστήρι υπήρξε η εξαφάνιση ιερών κειμηλίων, ενός αντιμινσίου ιχνογραφημένου με τα χέρια πάνω σε χοντρό ύφασμα (καναβάτσα) καθώς και δισκοπότηρων μεγίστης αξίας. Το μοναστήρι υπάγεται στην κοινότητα των Καμπουριανών, αφού τα κτήματά του απαλλοτριώθηκαν υπέρ των ακτημόνων κατοίκων της Κοινότητας. Με ΒΔ της 29/01/1907 υπήχθη ως μετόχιον στη Μονή Σπηλιάς. Την 8η Σεπτεμβρίου κάθε έτους διοργανώνεται πανηγύρι στο Μοναστήρι.

Μονή Μεταμόρφωσης του Σωτήρος

Το φρουριακό συγκρότημα, τύπος καστρομονάστηρο, της Μονής Μεταμόρφωσης του Σωτήρος είναι ένα σπουδαίο θρησκευτικό μνημείο που στολίζει την Αργιθέα. Βρίσκεται 3 χιλιόμετρα δυτικά-νοτιοδυτικά από τα Βραγκιανά. Είναι χτισμένο σε ένα θαυμάσιο, ευρύχωρο, κατάφυτο πλάτωμα της βορειοανατολικής πλευράς του όρους Μυρμιτζάλα (1542 μ. υψ.) σε ένα πραγματικό μπαλκόνι στα 662 μ. υψ., με θέα τα Βραγκιανά και τους συνοικισμούς τους. Το κτιριακό του συγκρότημα έχει το συνηθισμένο για τις μονές τετράπλευρο σχήμα, που στη συγκεκριμένη περίπτωση λόγω του βραχώδους εδάφους κλίνει προς το τραπέζιο.

Για αιώνες στέκει σαν περιτειχισμένο κάστρο στην βραχώδη έξαρση, εποπτεύοντας μεγάλο τμήμα της περιοχής, τον ποταμό Αχελώο, τη διάβαση προς Νεοχώρια – Κέδρα και το θεόρατο τείχος που σχηματίζει ο Κόκκινος Στανός με τις κορφές Γαλάτσι (1894 μ. υψ.), Μαντριά (1784 μ. υψ.) και Πύργος (1642 μ. υψ.). Αποτελείται από τον κυρίως ναό με χορούς και είσοδο από δυτικά και μεταγενέστερο νάρθηκα με είσοδο ομοίως από δυτικά. Γενικές εξωτερικές διαστάσεις του κυρίως ναού 5,18Χ7,90 μ. και του νάρθηκα 3,38Χ5,80 μ. Η αναλογία πλάτους μήκους εσωτερικού χώρου είναι 1:1,72 και το ύψος της ξύλινης οροφής 3,50 μ. Ο ναός ήταν πάντοτε ξυλόστεγος και ποτέ θολωτός.

Ο θρύλος θέλει την εικόνα να βρίσκεται στο Άγιο Στεφάνι (Γούβες) και το φως της καντήλας που οδήγησε στην εύρεσή της, να το βλέπουν ακόμη και σήμερα οι περίοικοι, αλλά λόγω του απόκρημνου της τοποθεσίας να κτίζεται στη τωρινή θέση, απέναντι από την αρχική εύρεση της εικόνας. Το χρόνο ανέγερσης του ναού μαρτυρεί η κτιτορική επιγραφή, που βρίσκεται πάνω από την είσοδο του καθολικού: ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΕΚ ΒΑΘΡΩΝ Ο ΘΗΟΣ ΚΑΙ ΠΑΝΣΕΠΤΟΣ ΝΑΟΣ ΤΟΥ ΣΟΤΙΡΟΣ ΗΜΩΝ ΙΗCΟΥ ΧΡΙCΤΟΥ ΔHΑ ΣHΝΔΡΟΜΗΣ ΠΑΡΘΕΝHΟΥ ΙΕΡΟΜΩΝΑΧΟΥ ΧΑΝΕ ΜΗΝ ΙΟΥΛΗΟC ΙΑ Πολλοί θεωρούν ότι πρόκειται για αναγραμματισμό στην επιγραφή και δέχονται το «ΧΑΝΕ» ως Α΄ΧΝΕ» και δίνουν ως ημερομηνία κτίσης του ναού την 11 Ιουλίου 1655. Μελέτη του Γαλλικού ινστιτούτου τάσσεται υπέρ του 1155.

Ακόμη μέσα στο ναό βρίσκουμε ημερομηνίες (άλλες 2) προγενέστερες του 1655 (1625 σε μεταγενέστερη πρόθεση της Μονής και 1653 στη βάση του σταυρού επάνω από το τέμπλο: ΕΠΗ ΕΤΟΥΣ ΖΡΞΑ δηλ. 7161-5508 = 1653) και πρέπει να τις δεχτούμε και αυτές ως λάθος για να ισχύει το 1655. Μελετητές έχουν προσπαθήσει κατά καιρούς να εξηγήσουν την αναγραφή διαφορετικών ημερομηνιών κτίσης που υπάρχουν μέσα στο ναό και σε αντικείμενα του ναού. Έτσι η καθηγήτρια Αννίτα Πρασσά, αναφερόμενη στην ημερομηνία 1625 που συνάντησε σε πρόθεση της Μονής, λέει χαρακτηριστικά: «αυτό με οδηγεί σε τρεις πιθανές εξηγήσεις:

α) ο Χριστόφορος κατά λάθος έγραψε 1625 αντί για 1655 (ερμηνεύοντας τη χρονολογία της κτιτορικής επιγραφής ΧΑΝΕ σε 1625 αντί για 1655.

β) Η θεμελίωση του ναού άρχισε το 1625 και η ανέγερσή του ολοκληρώθηκε 30 χρόνια μετά,

γ) Στην κτιτορική επιγραφή γράφτηκε λανθασμένα ΧΑΝΕ αντί ΧΑΚΕ (και σωστότερα ΑΧΚΕ).

Άλλωστε οι μοναχοί τότε δεν είχαν τις ανάλογες γνώσεις ώστε να χρησιμοποιούν σωστά τα γράμματα της αλφαβήτου στη χρονολόγηση. Αυτό αποδεικνύεται και από τον αναγραμματισμό ΧΑΝΕ αντί αχνε». Θα προσθέσω μια ακόμη χρονολογία αρχικής κτίσης για να μπερδέψω περισσότερο τους ερευνητές. Το Χ προφανώς ορίζει την από Χριστού χρονολόγηση και το ΑΝΕ φέρνει στο 1055.

Χρονολογία που αν σκεφτούμε είναι της ίδιας εποχής με την κτίση της μικρής εκκλησίας της Σπηλιάς (1064) και πιο κοντά στην περίοδο της εικονομαχίας, τότε που πολλές εικόνες ήρθαν στα Άγραφα από τη Μικρά Ασία. Πάντως, σε κάθε περίπτωση, δεν μπορεί να αποκλειστεί η υπόθεση ότι στο χώρο που καταλαμβάνει ο σημερινός ναός βρισκόταν άλλος παλαιότερος πιθανόν στην ημερομηνία που προτείνει το Γαλλικό Ινστιτούτο (1155) ή 1055 και ότι τελικά σώζεται συγκεχυμένα η μνήμη δύο ναών.

Ο νάρθηκας Ο σημερινός νάρθηκας προστέθηκε μεταγενέστερα, σύμφωνα με την επιγραφή στο εσωτερικό μέρος της εισόδου του. «ΑΝΗΓΕΡΘΗ ΚΑΙ ΙΣΤΟΡΗΘΗ Ο ΙΕΡΟΣ ΚΑΙ ΘΕΙΟΣ ΝΑΟΣ ΔΙΑ ΣΥΝΔΡΟΜΗΣ ΤΕ ΚΑΙ ΕΞΟΔΩΝ ΑΓ. ΡΑΔΟΒΙΣΔΙΟΥ ΑΡΧΙΕΡΑΤΕΥΟΝΤΟΣ ΚΑΙ ΗΓΟΥΜΕΝΕΥΟΝΤΟΣ Κ. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΥ ΚΑΙ ΔΙΑ ΧΕΙΡΟΣ ΙΣΤΟΡΗΘΗ ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΚΑΙ ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ ΑΔΕΛΦΩΝ ΕΚ ΚΩΜΗΣ ΣΠΗΝΑΣΑΣ 1797 ΜΑΓΙΟΥ ΚΕ» Η Μονή ανήκε στην επισκοπή Ραδοβισδίου, η έδρα της οποίας ήταν βόρεια του οικισμού, στη σημερινή θέση “Παναγία Επισκοπή” του συνοικισμού Δένδρος Βραγκιανών. Στον εξωτερικό χώρο κυριαρχούν οι τσιμεντένιοι αναβαθμοί, χρήσιμοι στη διάρκεια θρησκευτικών εκδηλώσεων, και ο ψηλός περίβολος με την κεντρική είσοδο της Μονής που φέρνει στο εσωτερικό της. Εντύπωση προκαλεί η πλακοστρωμένη αυλή, η καθαρότητα του χώρου και τα πολλά περιποιημένα άνθη. Πάνω από την είσοδο βρίσκεται το αρχονταρίκι και μακρύτερα, τα κελιά, τα άλλα βοηθητικά κτίρια, η βιβλιοθήκη και ο ηγουμενείο.

Σχεδόν στο κέντρο του χώρου δεσπόζει ο μικρός τρίκογχος ναός με χορούς και είσοδο από δυτικά. Το καθολικό διατηρείται σε πολύ καλή κατάσταση μετά τη μελέτη και τις εργασίες αποκατάστασής του, οι οποίες έγιναν το 2007 – 2008. Οι τοιχογραφίες έγιναν σε δύο φάσεις, με πρώτη στον κυρίως ναό κατά το χρόνο κτίσης του. Ακολούθησε ο νάρθηκας στα 1797 από τους αδελφούς Θεόδωρο και Αθανάσιο από τη Σπινάσα (Νεράιδα).

Σύμφωνα με χρονολογία στη βάση του σταυρού πάνω από το τέμπλο, αυτό έγινε το ΖΡΞΑ (=1653) ενώ μια επισκευή του, επί ηγουμενίας Φιλοθέου, μαρτυρείται από επιγραφή 1889, Ιανουαρίου 25. Επι τουρκοκρατίας, η Μονή προίκιζε κατ’ έτος 5 άπορα κορίτσια, πλήρωνε τον δάσκαλο του χωριού, έδωσε τα οικόπεδα για την ανοικοδόμηση του Ναού του Αγίου Δημητρίου και του δημοτικού σχολείου, ενώ ο οικισμός Γρυμπιανά φτιάχτηκε σε έκταση της Μονής. Πολλοί αγωνιστές έτυχαν της φιλοξενίας της, ενώ οι Καραϊσκάκης, Κατσαντώνης και οι Μπουκουβαλαίοι, την χρησιμοποιούσαν για ανεφοδιασμό.

Τέλος εκεί φιλοξενήθηκαν 54 κατατρεγμένοι Σουλιώτες των οποίων την διέλευση στην Πάργα διευκόλυνε η Μονή. Στις 18 Δεκεμβρίου 1862, 17 Τουρκαλβανοί μπήκαν από ένα παράθυρο στη Μονή και κατέσφαξαν τους 6 μοναχούς, τον ηγούμενο Κωνσταντίνο και τον Ιερέα του χωριού Αθανάσιο. Διά βασιλικού διατάγματος της 29ης Ιανουαρίου 1907 (Φ.Ε.Κ. 19/29/01/1907) υπήχθη ώς μετόχιο στη Μονή Σπηλιάς. Φυλάσσονται Ιερά λείψανα των Αγίων Παντελεήμονος, Τρύφωνος, Βασιλείου, Αβερκίου και Ιακώβου του Πέρσου. Η πρώτη ανακαίνιση Το 1948 με πρωτοβουλία του αείμνηστου παπαδάσκαλου και αρχιερατικού επίτροπου Βραγκιανών, Κωνσταντίνου Δημ. Μπαμπάτσικου, ξεκίνησε μια προσπάθεια ανακαίνισής του. Ατυχώς όμως λόγω κλονισμού της υγείας του και των γηρατειών του δεν μπόρεσε να φέρει εις πέρας το έργο του. Την 6 Ιουλίου 1952 ο Μητροπολίτης Θεσσαλιώτιδος, ο αείμνηστος Κύριλλος διόρισε τριμελή διαχειριστική επιτροπή με μοναδικό στόχο την ανακαίνιση της Μονής. Πάνω από την είσοδο του ναού υπάρχει εντοιχισμένη πλάκα με τα ονόματα της τριμελούς επιτροπής. Η διαχειριστική αυτή επιτροπή άρχισε το μεγάλο και βαρύ της έργο, και έθεσε τέρμα στη συνεχιζόμενη καταστροφή της. Κινητοποίησε τους χωριανούς, οι οποίοι με προσωπική εργασία και προσφορά υλικών, συμμετείχαν στο έργο της «ανόρθωσης».

Τον Αύγουστο του 1952 δυο κτίστες από την Άρτα ο Χρίστος και Δημήτρης Καλύβας ξεκίνησαν την ανακαίνιση της Μονής. Χρήματα τότε δεν υπήρχαν στη Μονή παρά ελάχιστα. Με τις επίμονες εκκλήσεις της επιτροπής όλοι οι κάτοικοι του χωρίου προσέφεραν με προθυμία τον οβολό τους, μα τα συγκεντρωθέντα ήταν «σταγόνα στον ωκεανό» μπροστά στη μεγάλη δαπάνη που είχε προγραμματιστεί για το όλο έργο. Ο αείμνηστος Μητροπολίτης Κύριλλος στον οποίον προσέφυγε η επιτροπή την εφοδίασε με άδεια περιφοράς των Αγίων Λειψάνων της Μονής εις τους Δήμους Αργιθέας και Απεραντίων Ευρυτανίας. Στις συγκινητικές αυτές επιστολές οι ξενιτεμένοι ανταποκρίθηκαν με προθυμία και με τα εμβάσματα τους ενισχύθηκε σημαντικά το ταμείο της επιτροπής και οι οικοδομικές εργασίες συνεχίστηκαν ως τα μέσα Αυγούστου 1957. Έτσι το μοναστήρι ξανακτίστηκε, απέκτησε υδραγωγείο σύγχρονο και περιμάνδρωση όπως ήταν πριν. Ανατολικά κτίστηκε το καμπαναριό, δυτικά κατασκευάστηκαν τρία ανώγεια κελιά με τρία ισόγεια και υπόστεγο.

Στη βορινή πλευρά του μαντρότοιχου, το μαγειρείο, η αποθήκη της Μονής που φυλάσσονται τα μαγειρικά της σκεύη. Επίσης είχε κατασκευαστή ο ξενώνας κι έχουν τοποθετηθεί μέσα τραπέζια επιμήκη και καθίσματα για τους προσκυνητές. Με υπόδειξη τότε του αείμνηστου Μητροπολίτη Κυρίλλου εντοιχίστηκε μπροστά στο ναό μία αναμνηστική πλάκα που αναγράφει: «Η αρχαία αυτή Μονή Μεταμορφώσεως του Σωτήρος καταστραφείσα με την πάροδον του χρόνου, ανεκαινίσθη κατά τα έτη 1952 – 1956 αρχιερατεύοντος του Μητροπολίτου Θεσσαλιώτιδος κ.κ. Κυρίλλου επιτροπευόντων των: Βασιλείου Ευαγ. Κωτσιώρη Διδασκάλου Μανθαίου Αθ. Οικονόμου ιερέως Κων/νου Γεωργ. Στεργιούλη ιερέως Και τη συνδρομή απάντων των κατοίκων της περιοχής.»

Η σημερινή προσπάθεια Η πιο πρόσφατη προσπάθεια είναι αυτή που ξεκίνησε το 2004 και συνεχίζεται με προσωπικό έργο των μοναχών που εγκαταστάθηκαν στο μοναστήρι. Για αυτό το έργο όμως, μας μιλάει, ο καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Λεόντιος: «Η εγκατάστασή μας στο μοναστήρι έγινε τον Ιούλιο του 2004 από τον τότε μητροπολίτη Θεσσαλιώτιδος και Φαναριοφερσάλλων κ.κ. Θεόκλητο, σήμερα στην Μονή εκτός από την ταπεινότητα μου ως καθηγούμενου εγκαταβιούν ο ιερομόναχος Αναστάσιος, ο ιερομόναχος Διόδωρος, και οι δόκιμοι μοναχοί Χρήστος και Νικόλαος. Κατά τον ερχομό μας στο μοναστήρι υπήρχε κατάσταση εγκατάλειψης, παρ΄ όλα αυτά μας προκάλεσε μεγάλη εντύπωση ο εναγκαλισμός ευθύς εξαρχής του κόσμου πράγμα που δείχνει την αγάπη των κατοίκων της περιοχής για το μοναστήρι τους, με πολύ μεράκι και προσωπικό αγώνα την βοήθεια του πρώην μητροπολίτου μας κ.κ. Θεόκλητου και του μετέπειτα επίσης αξιόλογου και δραστήριου μητροπολίτη μας κ.κ. Κυρίλλου αλλά και τον κατοίκων καταφέραμε να αφαιρέσουμε τα τσιμέντα και τους σοβάδες από τους τοίχους της Μονής και τον κελιών και να αναδειχτεί ο παραδοσιακός χαρακτήρας της. Ανακαινίστηκε η εκκλησία μετά από μελέτη που έγινε από την αρχαιολογική υπηρεσία.

Φτιάχτηκαν οι σκεπές των κελιών, η τραπεζαρία και διακοσμήθηκε με πολύ ωραία ψηφιδωτά, τελείωσε η αποκατάσταση του οχυρωματικού τοίχους της Μονής. Πλακοστρώθηκε ο αυλόγυρος με πλάκα και στον εσωτερικό χώρο της Μονής και στον εξωτερικό, έγινε το αρχονταρίκι για την φιλοξενία των επισκεπτών και πολλά αλλά έργα, και έτσι το μοναστήρι μας μετά την ανακαίνισή του αποτελεί ένα κόσμημα και ένα ζωντανό ακόμα πνευματικό φάρο, για τον τόπο και την ορθοδοξία μας».

Μονή Μεταμόρφωσης (Κατούσι) Ανθηρού

Είναι κτισμένη σε υψόμετρο 1.200 μέτρων, στον συνοικισμό Μεταμόρφωση (Κατούσι) Ανθηρού. Η παράδοση συνδέει την ανοικοδόμηση της με θαύμα της Παναγίας που υπέδειξε την ύπαρξη σε παρακείμενο στη Μονή βράχο των απαιτούμενων για την αποπεράτωση της Μονής χρημάτων. Το καθολικό της Μονής, κτίσμα των αρχών του 17ου αιώνα, είναι ρυθμού μονόκλιτης σταυρόσχημης βασιλικής αθωνίτικου τύπου.

Αγιογραφήθηκε το έτος 1663, ενώ το τέμπλο του τοποθετήθηκε το έτος 1661. Ο νάρθηκας προστέθηκε το 1784. Πάνω από τον νάρθηκα είναι κτισμένη η τράπεζα της μονής και εκατέρωθεν αυτής υπάρχουν δύο παρεκλήσια των Αγίων Αναργύρων (δεξιά) και των Ταξιαρχών (αριστερά) αμφότερα με ημισφαιρικό τρούλο.Και αυτή η Μονή υπήρξε καταφύγιο αγωνιστών της εθνικής μας παλιγεννεσίας.

Με το ΒΔ της 29 Ιανουαρίου 1907 υπήχθη στην Μονή Σπηλιάς ως Μετόχιον αυτής. Να σημειώσουμε ότι στην πρόθεση 37 του 1539 της Μονής Δουσίκου ανάμεσα στα ονόματα των αφιερωτών από τον διπλανό οικισμό ΚΑΤΟΥΣΙ, αναφέρονται και τα ονόματα 8 καλογραιών, οι οποίες μόναζαν στην ομώνυμη Μονή. Βρίσκεται σε πλαγιά του βουνού “Καράβα” κοντά στο χωριό Βλάσι. Κτίστηκε στις αρχές του 17ου αιώνα από τους Βλασιώτες Γεώργιο και τον υιό του Κων/νο, γόνους της περήφανης οικογένειας των Σουτζιάρηδων της οποίας μέλη ήταν υψηλοί αξιωματούχοι στη Μολδοβλαχία και στο Πατριαρχείο.

Η παράδοση λέει πως έκτισαν το μοναστήρι ώς ένδειξη ευχαριστίας για την διάσωση τους από ληστρική επιδρομή. Τιμήθηκε με την Σταυροπηγιακή αξία με τρία πατριαρχικά σιγγίλια των Οικουμενικών Πατριαρχών Κυρίλλου β’ (το 1659), Γαβριήλ του δ’ (το 1782) και Κυρίλλου του στ’ (το 1814). Η αγιογράφηση του καθολικού (το μόνο που σώζεται σήμερα), έγινε από τον αγιογράφο Ιωάννη και τον βοηθό του Ιωάννη το 1644. Την περίοδο του αγώνα βρήκαν εδώ καταφύγιο οι αγωνιστές, ενώ εδώ ο Καραϊσκάκης κατέστρωσε τα σχέδια ενάντια στο Μουσταφά πασά της Σκόνδρας. Επίσης λειτούργησε κρυφό σχολειό, ενώ για πολλά χρόνια και ο δάσκαλος και ο ιερέας του χωριού αμοίβονταν από τη Μονή.

Τέλος αναφέρεται πως στη Μονή την περίοδο της Τουρκοκρατίας λειτούργησε και νοσοκομείο. (Β. Δ. 29/01/1907 Φ.Ε.Κ. 19).

Μονή Μεσοβουνίου

Είναι κτισμένη σε μια κατάφυτη από έλατα περιοχή πάνω από το χωριό Μεσοβούνι. Η τοπική παράδοση συνδέει την ίδρυση του Μοναστηριού με την εύρεση μιας μικρής εικόνας της Θεοτόκου επάνω σε ένα Μελόκεδρο, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα και του οποίου οι κλάδοι κλίνουν προς τον ναό σαν να τον προσκυνούν.

Το σημερινό καθολικό, μονόκλιτη σταυρόσχημη βασιλική αθωνίτικου τύπου κτίστηκε το 1904 πάνω στα ερείπια του παλιού καθολικού που ήταν του ίδιου ρυθμού. Στο νέο καθολικό είναι τοποθετημένο το τέμπλο του παλαιού με χρονολογία 1618. Κατά την περίοδο της ακμής της η Μονή Μεσοβουνίου πλήρωνε τον δάσκαλο του χωριού, ενώ στεκόταν και αρωγός στις δυσκολίες των κατοίκων του Μεσοβουνίου.

Με το ΒΔ της 29 Ιανουαρίου 1907 (Φ.Ε.Κ. 19/29-01-1907) υπήχθη στην Μονή Σπηλιάς ως Μετόχιον αυτής. Είναι κτισμένη σε μια κατάφυτη από έλατα περιοχή πάνω από το χωριό Μεσοβούνι.

Η τοπική παράδοση συνδέει την ίδρυση του Μοναστηριού με την εύρεση μιας μικρής εικόνας της Θεοτόκου επάνω σε ένα Μελόκεδρο, ο οποίος σώζεται μέχρι σήμερα και του οποίου οι κλάδοι κλίνουν προς τον ναό σαν να τον προσκυνούν. Το σημερινό καθολικό, μονόκλιτη σταυρόσχημη βασιλική αθωνίτικου τύπου κτίστηκε το 1904 πάνω στα ερείπια του παλιού καθολικού που ήταν του ίδιου ρυθμού.

Στο νέο καθολικό είναι τοποθετημένο το τέμπλο του παλαιού με χρονολογία 1618. Κατά την περίοδο της ακμής της η Μονή Μεσοβουνίου πλήρωνε τον δάσκαλο του χωριού, ενώ στεκόταν και αρωγός στις δυσκολίες των κατοίκων του Μεσοβουνίου.

Με το ΒΔ της 29 Ιανουαρίου 1907 (Φ.Ε.Κ. 19/29-01-1907) υπήχθη στην Μονή Σπηλιάς ως Μετόχιον αυτής. Βρίσκεται στον συνοικισμό Καμπουραίικα του χωριού Πετρίλο, σε υψόμετρο 1400 μέτρων.

Για την ίδρυσή της δεν υπάρχουν γραπτά στοιχεία. Το σημερινό καθολικό, ρυθμού μονόκλιτης σταυρόσχημης βασιλικής αθωνίτικου τύπου, είναι κτίσμα του 1850, ενώ αγιογραφήθηκε το 1851. Όμως η Μονή προϋπήρχε.

Σώζονται επιστολές του διδασκάλου του Γένους Ιερομονάχου Αναστασίου του Γορδίου γραμμένες “εις το μοναστήριον του Πετρίλου” το 1713, ενώ υπάρχουν μαρτυρίες για την διέλευση από εκεί του Αγίου Κοσμά του Αιτωλού.

Κατά καιρούς η Μονή υπήρξε στρατηγείο των Μπουκουβαλαίων, του Καραϊσκάκη και άλλων οπλαρχηγών των Αγράφων. Στην περίοδο της ακμής της υπήρχε έντονη κοινωνική δραστηριότητα, με κορυφαίο δείγμα την ίδρυση και λειτουργία με δικά της έξοδα, σχολείου κοινών γραμμάτων.

Σήμερα σώζεται και μια πτέρυγα κελιών, κτίσμα του 1907. Δια του ΒΔ της 29/01/1907 (Φ.Ε.Κ. 19) υπήχθη ως Μετόχιον της Μονής Σπηλιάς το οποίο είναι γνωστό και ως Μονή Αγίου Χαραλάμπους, λόγω τμήματος Ιερού λειψάνου του Αγίου που φυλλάσεται εκεί.